Δυσλεξία

ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ

Τα παιδιά με δυσλεξία εμφανίζουν ορισμένα χαρακτηριστικά συμπτώματα στους τομείς της ανάγνωσης και της γραφής, τα οποία μπορούν να γίνουν εύκολα αντιληπτά από το δάσκαλο ή από τον γονιό. Συγκεκριμένα, κατά την ανάγνωση το παιδί συχνά παραλείπει ή αλλάζει γράμματα, λέξεις ή προτάσεις, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται πολύ στην κατανόηση του κειμένου που διαβάζει. Επίσης, ο ρυθμός της ανάγνωσής του είναι συλλαβιστός και χωρίς νόημα, καθώς καταβάλει υπέρμετρη προσπάθεια να «αποκωδικοποιήσει» το γραπτό κείμενο, χάνοντας με αυτόν τον τρόπο το νόημα όσων διαβάζει. Η καθυστέρηση και η δυσκολία στην αναγνώριση-ανάγνωση των συμβόλων του γραπτού λόγου, έχουν ως αποτέλεσμα την αδυναμία κατανόησης, με πιθανή ανάπτυξη δυσκολίας συγκέντρωσης και διάσπασης της προσοχής του.

Κατά τη γραφή, παρατηρείται συχνά παράλειψη, αντικατάσταση και αντιστροφή γραμμάτων ( π.χ. τραπ-ζι, αντί τραπέζι, γά-λ-α, αντί γάτα, α-γβο, αντί αβγό). Επίσης, συχνά γίνονται αντικαταστάσεις λέξεων με βάση τη σημασία τους (π.χ. μαύρο, αντί σκοτεινό). Τέλος, το γραπτό του παιδιού που έχει δυσλεξία είναι συνήθως ακατάστατο, με αδικαιολόγητα κενά μεταξύ των λέξεων ή των γραμμάτων, χωρίς σημεία στίξεως και με πολλά ορθογραφικά λάθη.

Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι κάθε μικρή επιβράδυνση ή δυσκολία στην εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής στις 2 πρώτες τάξεις του Δημοτικού, δεν υποδηλώνουν απαραίτητα την ύπαρξη δυσλεξίας. Ωστόσο, είναι σημάδια που θα πρέπει να μας ανησυχήσουν, ιδιαίτερα εάν επιμένουν με το πέρασμα του χρόνου και εάν έχουν αντίκτυπο στην σχολική επίδοση του παιδιού. Πιο ασφαλείς διαγνώσεις ειδικών μαθησιακών δυσκολιών πραγματοποιούνται μετά την ολοκλήρωση της Β’ Δημοτικού, αφότου έχει δοθεί ένα χρονικό περιθώριο γνωστικής ωρίμανσης και εξάσκησης με τον γραπτό λόγο.


ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ

Εκτός από τα βασικά συμπτώματα υπάρχουν κι άλλα γενικά χαρακτηριστικά τα οποία συχνά συναντάει κανείς σε παιδιά που έχουν δυσλεξία. Πιο συγκεκριμένα, τα παιδιά με δυσλεξία παρουσιάζουν σαφή διαφορά μεταξύ της σχολικής τους επίδοσης και των νοητικών τους ικανοτήτων. Με άλλα λόγια, η επίδοσή τους στο σχολείο είναι πολύ χαμηλότερη από αυτή που θα ανέμενε κανείς με βάση το νοητικό τους δυναμικό. Έντονη δυσκολία παρουσιάζουν στον προσανατολισμό και στην αίσθηση του χώρου και του χρόνου, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να προγραμματίζουν και να οργανώσουν τις δραστηριότητες και τις υποχρεώσεις τους, να μην μπορούν να βρουν τα πράγματα που έχουν τοποθετήσει στον προσωπικό τους χώρο κ.τ.λ.
Επίσης, έχουν πολύ μειωμένη οπτική και ακουστική μνήμη, ενώ δυσκολεύονται σημαντικά να ακολουθήσουν και να εκτελέσουν οδηγίες. Αντίθετα, η οπτική και η ακουστική τους αντίληψη, δηλαδή η ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται ακουστικά και οπτικά ερεθίσματα, είναι φυσιολογικές. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των παιδιών με δυσλεξία είναι και η σύγχυση στη διάκριση δεξιού-αριστερού, η δυσκολία στην επανάληψη πολυσύλλαβων λέξεων ή σειράς αριθμών, καθώς και στην εκμάθηση τραγουδιών ή ποιημάτων με ομοιοκαταληξία. Πράγματι, τα παιδιά αυτά μπερδεύονται πολύ με την έννοια των κατευθύνσεων, ενώ η δυσκολία τους στην επανάληψη πολυσύλλαβων λέξεων συνδέεται άμεσα με την μειωμένη οπτική & ακουστική τους μνήμη.
Άλλο γενικό χαρακτηριστικό των δυσλεξικών παιδιών είναι η σύγχυση λέξεων που έχουν ακουστική ομοιότητα ( π.χ. μήλο-ξύλο) και η δυσκολία στον συντονισμό των κινήσεων, κυρίως όσων απαιτούν λεπτή κίνηση ( π.χ. χρήση ψαλιδιού, λαβή μολυβιού, δέσιμο κορδονιών κ.α.). Επίσης, απόρροια της έντονης δυσκολίας των παιδιών με δυσλεξία στη χρήση του γραπτού λόγου, είναι η αδιαφορία για τα βιβλία και για οτιδήποτε στο οποίο απαιτείται επεξεργασία γραπτού λόγου.

 

ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ

Η Δυσλεξία αποτελεί μία ειδική μαθησιακή δυσκολία, η οποία ακόμα και αν διαγνωστεί έγκαιρα, δεν είναι δυνατόν να «θεραπευτεί». Ο λόγος είναι ότι τα αίτια για την εμφάνιση της δυσλεξίας έχουν υπόβαθρο νευροβιολογικό, το οποίο σημαίνει ότι τα παιδιά που διαγιγνώσκονται με δυσλεξία, έχουν γεννηθεί με «διαφορετική» δομή των εγκεφαλικών λειτουργιών που σχετίζονται με την ικανότητα εκμάθησης ανάγνωσης και γραφής. Υπάρχουν, ωστόσο αρκετοί αποτελεσματικοί τρόποι παρέμβασης και αντιμετώπισης, οι οποίοι μπορούν να εξασφαλίσουν την προαγωγή της μάθησης του δυσλεκτικού παιδιού μέσα στην σχολική τάξη, καθώς και την αποφυγή των δευτερογενών προβλημάτων, που σχετίζονται κυρίως με την συναισθηματική προσαρμογή.
Πρώτο και βασικό βήμα για μία αποτελεσματική αντιμετώπιση της Δυσλεξίας αποτελεί η έγκαιρη διάγνωσή της, η οποία πρέπει να γίνεται από έναν σχολικό ψυχολόγο ή έναν εξειδικευμένο εκπαιδευτικό ειδικής αγωγής. Οι συνέπειες μίας λανθασμένης διάγνωσης μπορεί να είναι ιδιαίτερα αρνητικές για το παιδί, τόσο σε επίπεδο σχολικής προόδου, όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο.

Εφόσον γίνει η διάγνωση, ο ειδικός δάσκαλος/παιδαγωγός που έχει αναλάβει την μαθησιακή υποστήριξη φροντίζει για την διευκόλυνση και καθοδήγηση της μάθησής τους, χρησιμοποιώντας διάφορες ειδικές μεθόδους, που δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην τάξη του σχολείου, στα πλαίσια της γενικής εκπαίδευσης. Οι μαθητές με δυσλεξία μαθαίνουν καλύτερα μέσω της χρήσης εικονογραφημένου, ελκυστικού και ποικίλου εποπτικού υλικού, καθώς και με την εφαρμογή πολυαισθητηριακών διδακτικών προσεγγίσεων. Επίσης, πολύ αποτελεσματική για την διευκόλυνση της μάθησης του δυσλεκτικού μαθητή είναι η χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή.
Η δημιουργία εξατομικευμένου προγράμματος παρέμβασης παράλληλα με την φοίτηση στην κανονική τάξη, θεωρείται βασική προϋπόθεση για την πρόοδο του παιδιού με δυσλεξία, καθότι οι μαθησιακές του δυσκολίες το παρεμποδίζουν σημαντικά από το να παρακολουθήσει με επιτυχία τα γλωσσικά μαθήματα. Τέλος, το παιδί με δυσλεξία χρειάζεται συνεχή ενθάρρυνση και τόνωση του αυτοσυναισθήματός του, ενώ ιδιαίτερα βοηθητική για τους γονείς και το δάσκαλο είναι η συνεργασία τους με τον ειδικό παιδαγωγό.

Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε με υπευθυνότητα ότι ένα παιδί με δυσλεξία ΔΕΝ προοδεύει με επανάληψη της ίδιας τάξης, ούτε με συνεχείς επαναλήψεις της ύλης, ψυχοθεραπεία, φαρμακοθεραπεία, τιμωρίες, αυστηρότητα & πίεση, και σε καμία περίπτωση ΔΕΝ προοδεύει από μόνο του με το πέρασμα του χρόνου!! Χρειάζεται η εξειδικευμένη εκπαιδευτική παρέμβαση από ειδικό παιδαγωγό σε συνδυασμό με τόνωση της αυτοπεποίθησης μέσω δραστηριοτήτων, όπου το παιδί τα καταφέρνει καλά, όπως π.χ. αθλητισμός, χορός, μουσική.