Διαταραχές άγχους στον παιδικό πληθυσμό: Περιγραφή και παρέμβαση / θεραπεία

Οι διαταραχές άγχους είναι από τα πιο κοινά προβλήματα ψυχικής υγείας που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας νέος άνθρωπος, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών και των εφήβων. Παρά την υψηλή τους συχνότητα και συν νοσηρότητα με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, οι αγχώδεις διαταραχές στα παιδιά συχνά δεν λαμβάνουν την απαραίτητη προσοχή από γονείς και εκπαιδευτικούς, με αποτέλεσμα να παραμένουν αδιάγνωστες και να αποκτούν χαρακτήρα χρόνιας νόσου. ( Mash & Wolf, 2010).

O λόγος του μη-εντοπισμού των αγχωδών διαταραχών στις μικρές ηλικίες, είναι ότι ανήκουν στις λεγόμενες «εσωτερικευμένες διαταραχές», όπου τα προβλήματα του ατόμου συνήθως δεν προκαλούν διαταρακτική συμπεριφορά προς τους άλλους, όπως συμβαίνει με τις «εξωτερικευμένες διαταραχές», όπως είναι η ΔΕΠΥ και οι διαταραχές διαγωγής. Με άλλα λόγια οι γονείς και οι δάσκαλοι είναι πολύ πιο πιθανόν να ζητήσουν την βοήθεια ειδικού όταν ένα παιδί εκδηλώνει εξωτερικευμένη προβληματική συμπεριφορά, παρά όταν έχουν ένα «ήσυχο», «ντροπαλό» ή «συνεσταλμένο» παιδί, που δεν ενοχλεί κανέναν. Επιπλέον, οι διαταραχές άγχους στα παιδιά τείνουν να «παραμελούνται διαγνωστικά» και λόγω κοινωνικών προτύπων και συμβάσεων, ειδικά στα κορίτσια, που παραδοσιακά θεωρούνται πιο ντροπαλά και δειλά απ’ ότι τα αγόρια.

Η πρόοδος των επιστημών της Ψυχολογίας και της Ψυχιατρικής, «έριξε» φως στην σπουδαιότητα της έγκαιρης αναγνώρισης των συμπτωμάτων των αγχωδών διαταραχών, καθότι έχει αποδειχθεί ότι η μη-αντιμετώπισή τους μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την συνολική προσαρμογή και λειτουργικότητα του νέου ατόμου.

Η έγκαιρη και κατάλληλη παρέμβαση (λαμβάνοντας βέβαια υπόψιν τον αναπτυξιακό χαρακτήρα πολλών παιδικών συμπεριφορών, όπως είναι οι αναπτυξιακοί φόβοι και η ντροπαλότητα) κρίνονται απαραίτητες , ώστε να μπορεί το παιδί ή ο έφηβος να βοηθηθεί και να μπορέσει να αξιοποιήσει το δυναμικό του με ουσιαστικό και εποικοδομητικό τρόπο.

Το άγχος είναι μία κατάσταση, η οποία περιλαμβάνει συναισθηματικές, γνωστικές, σωματικές και συμπεριφορικές παραμέτρους και γι’ αυτό το λόγο επιδρά στον τρόπο που αισθανόμαστε, σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε.

Ως προς το γνωστικό κομμάτι του άγχους, έχει παρατηρηθεί ότι προξενεί ( ή και προξενείται από ) αρνητικές, δυσλειτουργικές και συχνά μη ρεαλιστικές σκέψεις, οι οποίες παρεμποδίζουν το άτομο να σκεφτεί ωφέλιμα και βοηθητικά για τον εαυτό του. Οι αρνητικές σκέψεις / πεποιθήσεις, δημιουργούν με την σειρά τους αρνητικά συναισθήματα όπως σύγχυση, φόβο, υπέρμετρη ανησυχία, απαισιοδοξία και μειωμένη αυτοεκτίμηση και όλα αυτά κατευθύνουν αντίστοιχα και την εκδηλωμένη συμπεριφορά. Το άγχος τις περισσότερες φορές σωματοποιείται, και οι άνθρωποι που υποφέρουν από αυτό παραπονούνται για σωματικές ενοχλήσεις, όπως ταχυκαρδίες, πόνο στο στήθος, πονοκεφάλους, στομαχικές ενοχλήσεις, εφίδρωση, αίσθημα παλμών, ευερεθιστότητα, μυϊκή ένταση, ξηροστομία, εύκολη κόπωση κ.τ.λ. Στις μικρές ηλικίες το άγχος, εκτός από τα παραπάνω, μπορεί να εκδηλωθεί με σχολική άρνηση, προσκόλληση στους γονείς, δυσκολία στο φαγητό, αλλαγή στην καθημερινή του συμπεριφορά, διαταραχές στην σχολική επίδοση, αποφυγή αγαπημένων δραστηριοτήτων, κ.τ.λ.

Ως προς την αιτιολογία του άγχους, ποικίλει ανάλογα με την θεωρητική προσέγγιση που ακολουθεί ο ειδικός. Η γνωσιακή-συμπεριφοριστική προσέγγιση ( CBT- Cognitive Behavioral Therapy) τείνει να θεωρείται πλέον η παρέμβαση επιλογής για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των αγχωδών διαταραχών στα παιδιά και τους εφήβους. Η βασική ιδέα της συγκεκριμένης θεωρητικής προσέγγισης είναι ότι το άγχος προκαλείται και διατηρείται από μη-λειτουργικές γνωστικές διαδικασίες και στόχος της παρέμβασης είναι η μετατροπή αυτών των σκέψεων και η αντικατάστασή τους με άλλες πιο θετικές, οι οποίες θα καταστήσουν το παιδί/ έφηβο ικανό να αντιμετωπίσει με επιτυχία και αποτελεσματικότητα καταστάσεις που δημιουργούν υψηλά επίπεδα άγχους.

1) ΓΝΩΣΙΑΚΗ ΣΥΜΠΕΙΡΦΟΡΙΣΤΙΚΉ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΕ ΠΑΙΔΙΆ & ΕΦΗΒΟΥΣ